Κώστας Καρυωτάκης - Ένα μικρό αφιέρωμα

Υπάρχουν ποιητές που γράφουν για την ζωή.

Και υπάρχουν κι εκείνοι που την βλέπουν να περνά από μπροστά τους σαν κάτι ξένο, ... και όμως αβάσταχτο

Σαν κάτι που δεν τους χωρά.

Σαν κάτι που, όσο κι αν το κοιτάζουν, δεν καταφέρνουν ποτέ να το συμφιλιώσουν με την ψυχή τους.

Ο Κώστας Καρυωτάκης ανήκει σ’ αυτή τη δεύτερη, τη σκοτεινότερη και πιο ανθρώπινη κατηγορία.

Γεννημένος στην Τρίπολη το 1896, έζησε από νωρίς μια ζωή που δεν είχε σταθερότητα. Μετακινήσεις, προσωρινές πατρίδες, αλλαγές, δημόσιες υπηρεσίες, πρόσωπα που έρχονταν και χάνονταν. Κι ίσως από εκεί να γεννήθηκε μέσα του εκείνη η μόνιμη αίσθηση απομάκρυνσης από τον κόσμο.

Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Μα η πραγματική του ζωή, εκείνη που τον διαμόρφωσε βαθιά, δεν ήταν οι αίθουσες των σπουδών.

Ήταν η δημόσια διοίκηση. Ήταν η τριβή με τη γραφειοκρατία. Ήταν η επαφή με μια καθημερινότητα στεγνή, μικρή, σχεδόν πνιγηρή.

Και μέσα σ’ αυτή την καθημερινότητα, ο Καρυωτάκης δεν σώπαινε. Έγραφε.

Και έγραφε με έναν τρόπο που άφηνε πίσω του ειρωνεία, σαρκασμό, πίκρα, αλλά και μια συγκλονιστική ευαισθησία.

Πρόλαβε να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές:

-Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων.

-Νηπενθή.

-Ελεγεία και Σάτιρες.

Τρεις τίτλοι που μοιάζουν σχεδόν να συνοψίζουν ολόκληρη την εσωτερική του διαδρομή.

Διότι, ο Καρυωτάκης δεν είναι μόνο ο ποιητής της θλίψης. Είναι ο ποιητής της σύγκρουσης. Της σύγκρουσης ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα.

Ανάμεσα στην ψυχή και στους γκρίζους τοίχους της δημόσιας υπηρεσίας. Ανάμεσα στην ανάγκη για πτήση και στην φυλακή της βαρύτητας.

Η ποίησή του κινείται ανάμεσα στην μελαγχολία και την ειρωνεία. Ανάμεσα στον λυγμό και στο πικρό, στο ειρωνικό χαμόγελο

Ανάμεσα στο προσωπικό αδιέξοδο και στο συλλογικό αίσθημα μιας εποχής που ασφυκτιούσε.

Στο «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο», ο κόσμος του γέρνει επικίνδυνα.

Η ευτυχία δεν παρουσιάζεται σαν υπόσχεση. Παρουσιάζεται σαν κάτι αμήχανο, σχεδόν ειρωνικό. Σαν μια λέξη που χάνει το νόημά της μπροστά στην κόπωση του βίου.

Και στην «Πρέβεζα», η πόλη παύει να είναι απλός τόπος.

Γίνεται βίωμα.

Γίνεται ψυχικό τοπίο.

Γίνεται ένα τοπίο όπου η επανάληψη, η αδράνεια και η ασφυξία δεν περιγράφουν μόνο μια πόλη, αλλά μια ολόκληρη ανθρώπινη κατάσταση.

Ο Καρυωτάκης έζησε λίγο. Πολύ λίγο.

Και έφυγε το 1928. Στην Πρέβεζα. Σε ηλικία μόλις 32 ετών.

Μα το τέλος του δεν ήταν μόνο ένα βιογραφικό γεγονός. Ήταν μια πληγή που έμεινε ανοιχτή στα μύχια της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Δίοτι μαζί του δεν χάθηκε μόνο ένας ποιητής. Χάθηκε κι ένας τρόπος να κοιτάς τον κόσμο χωρίς ψευδαισθήσεις.

Κι όμως, ακόμη κι εκεί, μέσα στο σκοτάδι του, υπάρχει κάτι που επιμένει να λάμπει.

Ανάμεσα στα πεζά του, το «Καύκαλο» (https://youtu.be/mg6LdftXIyk) ξεχωρίζει σαν ένα μικρό, παράξενο, σχεδόν γοτθικό σύμπαν. Ένα κείμενο όπου το κρανίο γίνεται σύμβολο της φθοράς, της μνήμης και της κοινής μας μοίρας. Κι εκεί, η ειρωνεία δεν είναι απλώς στυλ.

Είναι τρόπος επιβίωσης.

Και ύστερα έρχεται η «Τελευταία». Ένα κείμενο που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να ησυχάσει.

Είναι η τελευταία αγάπη; Ή μήπως η τελευταία μέρα; Είναι ένας έρωτας που χάνεται; Ή μια ζωή που τελειώνει;

Το δάσος, η θάλασσα, η αυγή, τα φιλιά, τα δάκρυα, τα άδεια λόγια, ... όλα κινούνται ανάμεσα στην τρυφερότητα και στην απώλεια.

Και οι παρενθέσεις με τα ερωτηματικά λειτουργούν σαν κομμένη ανάσα.

Σαν ένας νους που προσπαθεί να θυμηθεί, να αμφισβητήσει, να κρατηθεί από κάτι πριν χαθεί οριστικά. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη του Καρυωτάκη.

Δεν γράφει μόνο για τη φθορά. Γράφει για το αδιέξοδο.

Δεν γράφει μόνο για την απογοήτευση. Γράφει για το ανθρώπινο βλέμμα που στέκεται μπροστά της και δεν κάνει πίσω.

Κι ίσως γι’ αυτό, μέσα στην πιο βαθιά του σκοτεινιά, υπάρχει πάντα μια παράξενη λάμψη.

Όχι ελπίδας, ακριβώς. Αλλά αλήθειας.

Μιας αλήθειας σκληρής, ειρωνικής, και επίμονα ανθρώπινης.

=====. Τομάζο Παγώνης

Η Τελευταία

(Εἶναι ἐδῶ; Εἶναι ἐκεῖ; Ἔφυγε; Θά ῾ρθει; Ποῦ εἶναι; Ἡ τελευταία;)

Ἄ! Τὸ δάσος πέρα. Ἕνα τραπεζάκι κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀπόμερο πεῦκο. Καὶ ἡ νύχτα ποὺ ἐρχόταν σιγὰ σιγὰ γιὰ νὰ μὴν τὴ νιώσουμε. Ἡ βοὴ τοῦ βραδινοῦ ἀνέμου στὰ κλαδιά. Τὰ λόγια ποὺ ἔλειπαν. Τὰ χέρια ὠχρά. Τὰ μάτια καὶ τ᾿ ἀστέρια. Μεσάνυχτα. Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα δὲν εἶχε εἰπωθεῖ.

(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Ἐγωισμός;)

Κι ἄλλοτε ἡ θάλασσα. Τὰ πλοῖα ποὺ ἔφευγαν στὸν ὁρίζοντα παίρνοντας τὰ ὄνειρά μας. Ὁ φλοῖσβος μὲ τὶς ὑποσχέσεις του. Ἐκεῖ πάνω στὸ βράχο τ᾿ ἄφθονα καὶ ἀνεξήγητα δάκρυα. Ἡ μοναξιὰ στὸ ἀπέραντο. Τὰ φιλιά. Ἡ ψυχή...

(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αὐταπάτη;)

Ἄλλες φορὲς ἡ αὐγὴ ἀναπάντεχη καὶ προδοτική. Ἀπὸ δρομάκια τὸ κουραστικὸ γύρισμα. Οἱ πρῶτοι θόρυβοι τῆς ἡμέρας. Ἡ γλυκιὰ μεταμέλεια στὸ πρόσωπο ποὺ φωτιζόταν ὁλοένα. Τὸ χαῖρε...

(Ἔφυγε; Δὲ θά ῾ρθει πιά; Τελευταία;)

--> πίσω στους "Συνοδοιπόρους"