Κάτι για τον Ροΐδη

(σε ύφος, όσο είναι δυνατόν, ...Ροΐδη)

Ως οι βρωτοί άνθρωποι έχουν την κακή συνήθεια να γεννιούνται πριν πεθάνουν, ούτω και ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε το 1836, μα πριν πεθάνει προλαβε να ζήσει αρκετά ώστε να ενοχλήσει πολλούς. Προς ανακούφισιν των συγκεκριμένων «πολλών», πέθανε το 1904, χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με σχεδόν κανέναν από αυτούς. Υπήρξε συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος, ιδιότητες που στον 19ο αιώνα (και ιδιαίτερα σήμερα) σήμαιναν συνήθως έναν άνθρωπο πρόθυμο να χαϊδεύει αυτιά. Εκείνος, αντιθέτως, ήταν έτοιμος να αποκτήσει εχθρούς, χρησιμοποιώντας την μελάνη όχι για να βάφει τα υποδήματά του, αλλά για να γράφει τις πικρές αλήθειες της εποχής του, και για κακή μας τύχη, της δικής μας καθώς και της επόμενης. Έζησε στην διαχρονική εκείνη εποχή, όπου η σοβαροφάνεια θεωρείται αρετή και η αμφιβολία ελάττωμα. Ο ίδιος δεν συμφώνησε ούτε με την εποχή του ούτε με τη δική μας. Μεγάλωσε και μορφώθηκε σε ένα έντονα ευρωπαϊκό περιβάλλον. Έζησε στην Γένοβα, στο Βερολίνο και στο Παρίσι, έμαθε γλώσσες και διάβασε πολύ περισσότερα απ’ όσα συγχωρούσε η (από) τότε ελληνική πνευματική επαρχία. Όταν επέστρεψε, έφερε μαζί του κάτι βαθύτατα ενοχλητικό: την κάκιστη συνήθεια της αμφιβολίας. Οικονομικά, δεν υπήρξε εξαθλιωμένος ρομαντικός. Ούτε όμως και κρατικοδίαιτος. Έζησε με σχετική άνεση, αλλά χωρίς μεγάλες τιμές. Δεν κατέλαβε πανεπιστημιακές έδρες, δεν κατάντησε «ακαδημαϊκός», ούτε απέκτησε θεσμική εξουσία. Ίσως επειδή δεν επιθυμούσε. Ίσως επειδή οι θεσμοί τον σκιάζονταν. Το 1866 δημοσίευσε την Πάπισσα Ιωάννα, έργο που τον έκανε διάσημο, όχι όμως και αποδεκτό. Το βιβλίο καταδικάστηκε από την Εκκλησία και αφορίστηκε εμμέσως πλην σαφώς - και κατά περιόδους ρητώς - προκαλώντας δημόσιες αντιπαραθέσεις που κράτησαν χρόνια. Ο ίδιος ο Ροΐδης αντιμετώπισε τον αφορισμό όπως αντιμετώπιζε τα περισσότερα πράγματα: με ειρωνεία και με επιμονή να μην ανακαλέσει. Σε αντίθεση με πολλούς συγγραφείς της εποχής του, γνώρισε την φήμη όσο ζούσε. Όχι την αποδοχή, αλλά την φήμη του ενοχλητικού. Έγραφε συστηματικά σε εφημερίδες και περιοδικά, όπως η Εστία και ο Παρνασσός, ασκώντας σάτιρα στην πολιτική, την θρησκεία, την ηθική, την σοβαροφάνεια και τον σχολαστικισμό. Δεν ανήκε σε σχολή και δεν απέκτησε "μαθητές". Ανήκε, μάλλον, στη μειοψηφία όσων δεν εμπιστεύονται τις λέξεις δίχως έλεγχο. Ιδιαίτερη θέση στη γραφή του κατείχαν οι συγκρίσεις. «Ὡς οἱ Ἰνδοὶ εἰς φυλάς», «Ὅπως οἱ Ἐσκιμώοι ἁλιεῖς» και παρόμοιες εικόνες, που λειτουργούσαν ως ρητορικό τέχνασμα. Με αυτόν τον τρόπο, η κριτική του για τα κακώς κείμενα της Ελλάδας παρουσιαζόταν σχεδόν ως ανώδυνη σάτιρα, αλλά χαρασσόταν στη μνήμη. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ενόχλησε τους κρατούντες ακόμη περισσότερο - περισσότερο, ίσως, και από τον Λασκαράτο. Στην διάρκεια της ζωής του, ουδέποτε υπήρξε αγνοημένος, αλλά και ουδέποτε «τακτοποιημένος» στο εθνικό εικονοστάσι. Αυτό έγινε αργότερα, όπως συνήθως συμβαίνει, τότε που οι αιχμές είχαν αμβλυνθεί και οι λέξεις μπορούσαν να επαναλαμβάνονται χωρίς κίνδυνο. Ιδίως από εκείνους που νόμιζαν και νομίζουν, πως οι ροϊδικές αιχμές δεν τους αφορούν. Εκείνους που αναπαράγουν φράσεις από τα γραπτά του δίχως αιδώ, μολονότι - κατά δυσάρεστη σύμπτωση - ο Ροΐδης μιλά για τις δικές τους πομπές. Για τις διαχρονικές πομπές παπάδων και ποιμνίων, πολιτικών ανδρών και ψηφοφόρων, αστών και κρατικοδίαιτων, και πάει λέγοντας. Αν κάτι μας άφησε ο Ροΐδης, δεν είναι κάποιο σύστημα ιδεών. Είναι μια δυσάρεστη αλλά χρήσιμη συνήθεια: να μην εμπιστευόμαστε την σοβαροφάνεια, την δήθεν ηθική αγανάκτηση και τις μεγάλες λέξεις, ιδίως όταν είναι πομπώδεις και χρησιμοποιούνται με υπερβολική άνεση. Αυτά τα ολίγα για τον μεγάλο τεχνίτη της πένας, της γλώσσας και της σάτιρας, που δεν συμβιβάστηκε με το κατεστημένο στο οποίο εκ καταγωγής ανήκε.

Τομάζο Παγώνης

--> πίσω στους "Συνοδοιπόρους"

Κάτι για τον Ροΐδη

(σε ύφος, όσο είναι δυνατόν, ...Ροΐδη)

Ως οι βρωτοί άνθρωποι έχουν την κακή συνήθεια να γεννιούνται πριν πεθάνουν, ούτω και ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε το 1836, μα πριν πεθάνει προλαβε να ζήσει αρκετά ώστε να ενοχλήσει πολλούς. Προς ανακούφισιν των συγκεκριμένων «πολλών», πέθανε το 1904, χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με σχεδόν κανέναν από αυτούς. Υπήρξε συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος, ιδιότητες που στον 19ο αιώνα (και ιδιαίτερα σήμερα) σήμαιναν συνήθως έναν άνθρωπο πρόθυμο να χαϊδεύει αυτιά. Εκείνος, αντιθέτως, ήταν έτοιμος να αποκτήσει εχθρούς, χρησιμοποιώντας την μελάνη όχι για να βάφει τα υποδήματά του, αλλά για να γράφει τις πικρές αλήθειες της εποχής του, και για κακή μας τύχη, της δικής μας καθώς και της επόμενης. Έζησε στην διαχρονική εκείνη εποχή, όπου η σοβαροφάνεια θεωρείται αρετή και η αμφιβολία ελάττωμα. Ο ίδιος δεν συμφώνησε ούτε με την εποχή του ούτε με τη δική μας. Μεγάλωσε και μορφώθηκε σε ένα έντονα ευρωπαϊκό περιβάλλον. Έζησε στην Γένοβα, στο Βερολίνο και στο Παρίσι, έμαθε γλώσσες και διάβασε πολύ περισσότερα απ’ όσα συγχωρούσε η (από) τότε ελληνική πνευματική επαρχία. Όταν επέστρεψε, έφερε μαζί του κάτι βαθύτατα ενοχλητικό: την κάκιστη συνήθεια της αμφιβολίας. Οικονομικά, δεν υπήρξε εξαθλιωμένος ρομαντικός. Ούτε όμως και κρατικοδίαιτος. Έζησε με σχετική άνεση, αλλά χωρίς μεγάλες τιμές. Δεν κατέλαβε πανεπιστημιακές έδρες, δεν κατάντησε «ακαδημαϊκός», ούτε απέκτησε θεσμική εξουσία. Ίσως επειδή δεν επιθυμούσε. Ίσως επειδή οι θεσμοί τον σκιάζονταν. Το 1866 δημοσίευσε την Πάπισσα Ιωάννα, έργο που τον έκανε διάσημο, όχι όμως και αποδεκτό. Το βιβλίο καταδικάστηκε από την Εκκλησία και αφορίστηκε εμμέσως πλην σαφώς - και κατά περιόδους ρητώς - προκαλώντας δημόσιες αντιπαραθέσεις που κράτησαν χρόνια. Ο ίδιος ο Ροΐδης αντιμετώπισε τον αφορισμό όπως αντιμετώπιζε τα περισσότερα πράγματα: με ειρωνεία και με επιμονή να μην ανακαλέσει. Σε αντίθεση με πολλούς συγγραφείς της εποχής του, γνώρισε την φήμη όσο ζούσε. Όχι την αποδοχή, αλλά την φήμη του ενοχλητικού. Έγραφε συστηματικά σε εφημερίδες και περιοδικά, όπως η Εστία και ο Παρνασσός, ασκώντας σάτιρα στην πολιτική, την θρησκεία, την ηθική, την σοβαροφάνεια και τον σχολαστικισμό. Δεν ανήκε σε σχολή και δεν απέκτησε "μαθητές". Ανήκε, μάλλον, στη μειοψηφία όσων δεν εμπιστεύονται τις λέξεις δίχως έλεγχο. Ιδιαίτερη θέση στη γραφή του κατείχαν οι συγκρίσεις. «Ὡς οἱ Ἰνδοὶ εἰς φυλάς», «Ὅπως οἱ Ἐσκιμώοι ἁλιεῖς» και παρόμοιες εικόνες, που λειτουργούσαν ως ρητορικό τέχνασμα. Με αυτόν τον τρόπο, η κριτική του για τα κακώς κείμενα της Ελλάδας παρουσιαζόταν σχεδόν ως ανώδυνη σάτιρα, αλλά χαρασσόταν στη μνήμη. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ενόχλησε τους κρατούντες ακόμη περισσότερο - περισσότερο, ίσως, και από τον Λασκαράτο. Στην διάρκεια της ζωής του, ουδέποτε υπήρξε αγνοημένος, αλλά και ουδέποτε «τακτοποιημένος» στο εθνικό εικονοστάσι. Αυτό έγινε αργότερα, όπως συνήθως συμβαίνει, τότε που οι αιχμές είχαν αμβλυνθεί και οι λέξεις μπορούσαν να επαναλαμβάνονται χωρίς κίνδυνο. Ιδίως από εκείνους που νόμιζαν και νομίζουν, πως οι ροϊδικές αιχμές δεν τους αφορούν. Εκείνους που αναπαράγουν φράσεις από τα γραπτά του δίχως αιδώ, μολονότι - κατά δυσάρεστη σύμπτωση - ο Ροΐδης μιλά για τις δικές τους πομπές. Για τις διαχρονικές πομπές παπάδων και ποιμνίων, πολιτικών ανδρών και ψηφοφόρων, αστών και κρατικοδίαιτων, και πάει λέγοντας. Αν κάτι μας άφησε ο Ροΐδης, δεν είναι κάποιο σύστημα ιδεών. Είναι μια δυσάρεστη αλλά χρήσιμη συνήθεια: να μην εμπιστευόμαστε την σοβαροφάνεια, την δήθεν ηθική αγανάκτηση και τις μεγάλες λέξεις, ιδίως όταν είναι πομπώδεις και χρησιμοποιούνται με υπερβολική άνεση. Αυτά τα ολίγα για τον μεγάλο τεχνίτη της πένας, της γλώσσας και της σάτιρας, που δεν συμβιβάστηκε με το κατεστημένο στο οποίο εκ καταγωγής ανήκε.

Τομάζο Παγώνης