Αφιέρωμα στον Γεώργιο Βιζυηνό.

Ο Γεώργιος Βιζυηνός, ίσως ο πιο ανθρώπινος συγγραφέας της ελληνικής λογοτεχνίας, γεννήθηκε το 1849 στην Βιζύη της Ανατολικής Θράκης που τότε, ήταν ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και πέθανε στην Αθήνα το 1896, σε ηλικία 47 ετών.

Εκείνη την εποχή, η Ελλάδα ήταν ένα μικρό νεοσύστατο κράτος που προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήθελε να μοιάσει στην Ευρώπη, στο Βυζάντιο ή στον εαυτό της.

Η Ελλάδα, …δεν κατάφερνε τίποτα από τα τρία. Ο Βιζυηνός όμως κατάφερε να είναι ο εαυτός του, παρότι η παιδική του ηλικία δεν υποσχόταν πολλά.

Ο πατέρας του πέθανε νωρίς. Η οικογένειά του φτώχυνε. Και ο μικρός Γιωργής στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει ραπτική.

Ναι. Ο άνθρωπος που έγραψε το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον» ξεκίνησε ως μαθητευόμενο ραφτόπουλο. Και κάπου εδώ η πραγματικότητα διαπλέκεται με τα παραμύθια που αργότερα θα έγραφε.

Λέγεται πως δεν ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος στην ραπτική. Ευτυχώς. Διότι είχε κάτι άλλο. Φαντασία! Και την ικανότητα να παρατηρεί και να νιώθει τους ανθρώπους.

Ο Βιζυηνός μεγάλωσε σε μία εποχή όπου η Ελλάδα ήθελε απεγνωσμένα να αποδείξει ότι είναι «ευρωπαϊκή», Κτίζοντας νεοκλασικά.

Διέθετε καθηγητές που μιλούσαν αρχαΐζουσα και πολιτικούς που υπόσχονταν πρόοδο. Και έναν λαό που συνέχιζε να παλεύει με φτώχεια, επαρχιωτισμό, οικογενειακά δράματα και "αρχαία φαντάσματα."

Ο Βιζυηνός είδε αυτήν την Ελλάδα από μέσα, και την "διηγήθηκε" . Μα δεν έγραψε ήρωες. Έγραψε ανθρώπους.

Μανάδες που βασανίζονταν από ενοχές. Παππούδες που ζούσαν μέσα στις αναμνήσεις τους. Παιδιά που προσπαθούσαν να καταλάβουν τον κόσμο. Ανθρώπους που αγαπούσαν, φοβούνταν, ζήλευαν, παραλογίζονταν.

Και ίσως γι’ αυτό τα διηγήματά του μοιάζουν τόσο σύγχρονα. Γιατί οι άνθρωποι άλλαξαν λιγότερο απ’ όσο νομίζουμε.

Κάποτε, χάρη στην υποστήριξη ευεργετών, ο Βιζυηνός σπούδασε στην Γερμανία.

Στην Λειψία και στο Βερολίνο. Εκεί γνώρισε την ευρωπαϊκή φιλοσοφία, την ψυχολογία και τις νέες ιδέες της εποχής.

Και κάπως έτσι συνέβη κάτι σχεδόν αδιανόητο. Ένα παιδί από μία θρακική κωμόπολη βρέθηκε να συζητά για ψυχολογία και αισθητική στην καρδιά της Ευρώπης.

Λέγεται μάλιστα πως οι Γερμανοί καθηγητές εντυπωσιάζονταν από την ευφυΐα του και την μνήμη του.

Όχι πάντως από την οικονομική του κατάσταση.

Διότι ο Βιζυηνός είχε σχεδόν μονίμως οικονομικά προβλήματα. Πράγμα αρκετά λογοτεχνικό και εξαιρετικά ελληνικό.

Επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματα που σήμερα θεωρούνται αριστουργήματα:

«Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον».

Και ενώ σήμερα διδάσκεται στα σχολεία ως «κλασικός συγγραφέας», στην πραγματικότητα ο Βιζυηνός ήταν σχεδόν επαναστάτης.

Διότι τόλμησε να γράψει για πράγματα που η εποχή του απέφευγε:

την ψυχική διαταραχή, τις οικογενειακές ενοχές, την παιδική ψυχολογία, την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης σκέψης.

Ουσιαστικά, έφερε την ψυχολογία μέσα στην ελληνική λογοτεχνία πριν ακόμη η Ελλάδα καταλάβει τι ακριβώς είναι η ψυχολογία.

Δυστυχώς η ζωή του δεν είχε ευτυχισμένο τέλος.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σημαδεύτηκαν από ψυχική ασθένεια, απογοητεύσεις και οικονομική κατάρρευση.

Μία ερωτική ιστορία που δεν εξελίχθηκε όπως ήλπιζε φαίνεται πως επιδείνωσε δραματικά την ψυχική του κατάσταση.

Κατέληξε στο Δρομοκαΐτειο.

Εκεί πέθανε το 1896.

Μόλις 47 ετών.

Δυστυχώς, μία ζωή που ξεκίνησε σαν το παραμύθι του φτωχού ραφτόπουλου, τέλειωσε τραγικά, όπως τραγικοί είναι στην πραγματικότητα όλοι οι ήρωές του.

Και κάπως έτσι, η Ελλάδα κατάφερε ακόμη μία φορά να χάσει έναν σπουδαίο άνθρωπο όσο ήταν ακόμη ζωντανός. Παράδοση που συνεχίζουμε με αξιοθαύμαστη συνέπεια μέχρι σήμερα.

Όμως, τα γραπτά του έμειναν. Και χάρη σε αυτά διασώθηκε κάτι σπάνιο. Η αληθινή φωνή των ανθρώπων. Τα βάσανα του τραγικότερου πλάσματος του ζωικού βασιλείου — του ανθρώπου — κλεισμένα μέσα σε διηγήσεις που διαβάζονται και ακούγονται χωρίς ανάσα.

Γιατί όχι μόνον η γλώσσα μα και ολόκληρη η τεχνική διήγησης του Βιζυηνού είναι ζεστή, αληθινή δίχως στολίδια και δίχως επιτηδευμένες φιλοσοφικές ακροβασίες.

Ο Βιζυηνός δεν μιλά ξύλινη καθαρεύουσα, ούτε επιτηδευμένη δημοτική, μα ούτε κάποια τοπολαλιά. Μιλά μια προσωπική, ζωντανή γλώσσα της εποχής του, με φροντισμένη καθαρεύουσα στις αφηγήσεις και δημοτική στους διαλόγους.

Δεν διαλέγει τις λέξεις για να γίνει αρεστός σε δημοτικιστές ή καθαρευουσιάνους, αλλά για να εκφραστεί με τον πιο αληθινό τρόπο.

Και ίσως γι’ αυτό, σχεδόν ενάμιση αιώνα αργότερα, συνεχίζει ακόμη να ακούγεται ζωντανός. Γι΄ αυτό τα κείμενά του συνεχίζουν να συγκινούν τον αναγνώστη.

Και χάρη σε λογοτέχνες σαν τον Γεώργιο Βιζυηνό, η ελληνική λογοτεχνία δεν είναι ανιαρή, παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες ορισμένων σχολικών βιβλίων, και πλείστων διδασκάλων, ... να την καταντήσουν έτσι.

Ένα μικρό δείγμα της γραφής του Βιζυηνού μπορείτε να ακούσετε στο κανάλι "Επειδή η Ελληνική Λογοτεχνία δεν είναι Ανιαρή", πατώντας εδώ.

--> πίσω στους "Συνοδοιπόρους"

Το Παραμύθι του Ραφτόπουλου - Απόσπασμα από το διήγημα "Το μόνον της ζωής του Ταξίδιον"Το Παραμύθι του Ραφτόπουλου - Απόσπασμα από το διήγημα "Το μόνον της ζωής του Ταξίδιον"